© 2017 Σχολή Πρακτικής Φιλοσοφίας - All rights reserved

Περικοπές κ.α.

Εδώ τοποθετούνται κατά καιρούς διάφορες περικοπές, ιστορίες και μύθοι, τα οποία θα ανανεώνονται. -Οι ιστορίες, σαν το μύθο, πλάθουν εικόνα και απεικάζουν κάποτε την αλήθεια. Η αλήθεια δεν μπορεί να οριστεί, ο νους και η καρδιά, όμως, μπορούν να ανοίξουν σ' αυτήν... 

 

                                                                                

 

                          Άγγελος Σικελιανός, Άγραφον

 

Επροχωρούσαν έξω από τα τείχη της Σιών ο Ιησούς και οι μαθητές Του, σαν, λίγο ακόμα πριν να γείρει ο ήλιος, ζυγώσανε αναπάντεχα στον τόπο που η πόλη έριχνε χρόνια τα σκουπίδια, καμένα αρρώστων στρώματα, αποφόρια, σπασμένα αγγειά, απορρίμματα, ξεσκλίδια…

Κ’ εκεί, στον πιο ψηλό σωρόν απάνω, πρησμένο, με τα σκέλια γυρισμένα στον ουρανό, ενός σκύλου το ψοφίμι, που – ως ξαφνικά ακούοντας, τα κοράκια που το σκεπάζαν, πάτημα, το αφήκαν – μια τέτοια οσμήν ανάδωκεν, οπού όλοι σα μ’ ένα βήμα οι μαθητές, κρατώντας στη φούχτα τους την πνοή, πισωδρομήσαν…

Μα ο Ιησούς, μονάχος προχωρώντας προς το σωρό γαλήνια, κοντοστάθη και το ψοφίμι εκοίταζε· έτσι, πόνας δεν εκρατήθη μαθητής και Του ‘πεν από μακρά: «Ραββί, δε νιώθεις τάχα τη φοβερήν οσμή και στέκεσ’ έτσι;»

Κι Αυτός, χωρίς να στρέψει το κεφάλιαπ’ το σημείο που κοίταζε, αποκρίθη: «Τη φοβερήν οσμήν, εκείνος πόχει καθάρια ανάσα, και στη χώρα μέσα την ανασαίνει, όθ’ ήρθαμε… Μα τώρα αυτό που βγαίνει απ’ τη φτορά θαμάζω με την ψυχή μου ολάκερη… Κοιτάχτε πώς λάμπουνε τα δόντια αυτού του σκύλου στον ήλιο· ως το χαλάζι, ωσάν το κρίνο, πέρα απ’ τη σάψη, υπόσκεση μεγάλη, αντιφεγγιά του Αιώνιου, μα κι ακόμα σκληρή του Δίκαιου αστραπή κ’ ελπίδα!»

Έτσ’ είπ’ Εκείνος· κ’ είτε νιώσαν ή όχι τα λόγια τούτα οι μαθητές, αντάμα, σαν εκινήθη, ακλουθήσαν και πάλι
το σιωπηλό Του δρόμο…

…….Και να τώρα, βέβαια στερνός, το νου μου πώς σ’ εκείνα, Κύριε, τα λόγια Σου γυρίζω, κι όλος μια σκέψη στέκομαι μπροστά Σου: Α!… δώσε, δος και σ’ εμένα, Κύριε, ενώ βαδίζω ολοένα ως έξω απ’ της Σιών την πόλη, κι από τη μια της γης στην άλλην άκρη όλα είναι ρείπια, κι όλα είναι σκουπίδια, κι όλα είναι πτώματα άθαφτα που πνίγουν τη θεία πηγή τ’ ανασασμού, ή στη χώρα είτ’ έξω από τη χώρα· Κύριε, δος μου, μες στην φριχτήν οσμή όπου διαβαίνω, για μια στιγμή την άγια Σου γαλήνη, να σταματήσω ατάραχος στη μέση απ’ τα ψοφίμια, και ν’ αδράξω κάπου και στη δική μου τη ματιάν έν’ άσπρο σημάδι, ως το χαλάζι, ωσάν το κρίνο· κάτι να λάμψει ξάφνου και βαθιά μου, έξω απ’ τη σάψη, πέρα από τη σάψη του κόσμου, ωσάν τα δόντια αυτού του σκύλου, που, ω Κύριε, βλέποντάς τα εκειό το δείλι, τα ‘χες θαμάσει, υπόσκεση μεγάλη, αντιφεγγιά του Αιώνιου, μα κι αντάμα σκληρή του Δίκαιου αστραπή κ’ ελπίδα!

                    Νίκος Καζαντζάκης, Ο Φτωχούλης του Θεού

                                 

  • Ποιός είσαι ντυμένος σα ζητιάνος; ποιός; Ποιός σ' έπεψε να με βρεις, εδώ στους δρόμους της Ασίζης τα μεσάνυχτα;

  • Αγρίεψε: - Μολόγα την αλήθεια! κάποιος σε στέλνει, ποιός;...

    

Και μην παίρνοντας απόκριση:

 

  • Τίποτα δε μου λείπει! έκαμε χτυπώντας το πόδι του στη γης, δε θέλω να με λυπούνται· θέλω να με ζηλεύουν. Ναι, ναι, τίποτα δε μου λείπει!

  •  

  • Τίποτα;   έκαμα,   ...μήτε ο ουρανός;

  •  

     Έσκυψε το κεφάλι, σώπασε· και σε λίγο:


- Πολύ αψηλά 'ναι ο ουρανός, δεν τον φτάνω· καλή 'ναι η γης, περίκαλη, κοντά μου!

 

  • Δεν υπάρχει πράμα πιο κοντά μας από τον ουρανό· η γης είναι κάτω από τα πόδια μας και την πατούμε· ο ουρανός είναι μέσα μας. .. 

    

Το φεγγάρι είχε αρχίσει να χαμηλώνει, λίγα άστρα στον ουρανό· ανάρια ακούγονταν κοι καντάδες, όλο πάθος, από τις αλαργινές γειτονιές·  ήταν γεμάτος ο νυχτερινός ετούτος καλοκαιριάτικος αέρας μυρωδιές κι έρωτα. Κάτω η πλατεία βούιζε.

 

  • Ο ουρανός είναι μέσα μας, αρχοντόπουλό μου, ξανάπα εγώ.

 

  • Πως το ξέρεις; με ρώτησε και με κοίταξε αλαφιασμένος.

  •  

- Πείνασα, δίψασα, πόνεσα - το 'μαθα.

 

                                              

                            Leon MacLaren

 

Η Αλήθεια ζει στον καθένα μας, αναμένοντας ν’ αποκαλυφθεί, αλλά δεν ενεργεί σαν αυθέντης. Στην αλήθεια, ο καθένας γίνεται ακέραιος, στην αλήθεια όλοι είμαστε ενωμένοι. Καμιά ευτυχία δεν συγκρίνεται με εκείνη στην οποία οι νοητικές δυνάμεις, οι αισθηματικές δυνάμεις και οι δραστικές δυνάμεις κινούνται μαζί, φανερώνοντας την αλήθεια στον άνθρωπο. Καμιά ευτυχία δεν συγκρίνεται με εκείνη στην οποία ακέραιοι άνθρωποι κινούνται μαζί, φανερώνοντας την αλήθεια σε όλους τους, επιδεικνύοντας ενότητα στην ποικιλομορφία και μονιμότητα στην αλλαγή.

 

Η αλήθεια δεν έχει πρόσωπο με το οποίο ν’ αναγνωρίζεται, ούτε σώμα με το οποίο να γνωρίζεται, και όμως ο άνθρωπος που έχει βρει την αλήθεια στον εαυτό του τη γνωρίζει και την βλέπει στο καθετί. Ενόσω την γνωρίζει και την βλέπει στο καθετί, είναι ελεύθερος από λάθος. Η αλήθεια και η αγαθοσύνη είναι ένα. Όλα όσα ζουν, ζουν ένεκα της αγαθοσύνης εντός τους. Η απουσία αγαθοσύνης είναι ασθένεια και πρόβλημα σ’ αυτό. Η αγαθοσύνη έχει πολλές μορφές· τόσες όσες οι μορφές της δημιουργίας. Η αγαθοσύνη οδηγεί στην αλήθεια.»

          Μήνυμα του Λέοντος MacLaren προς τη Σχολή της Κύπρου (17/12/1992)

 

Η Αλήθεια είναι πάντα Μία και μη διαιρεμένη. Όταν εγείρεται το εγώ, αυτό πάντα διαιρεί και θέτει όρια και, έτσι, οι άνθρωποι βρίσκονται διαιρεμένοι και σε αντίθεση ο ένας προς τον άλλο –και αυτό οδηγεί σε αντιπαρατάξεις και σε πολεμικές δραστηριότητες. Στην Αλήθεια, όμως, δεν υπάρχει δυαδικότητα: Αυτή είναι μονάχα φανταστική. Στην Ενότητα δεν υπάρχουν εχθροί, υπάρχει η Μία Αλήθεια και δεν υπάρχει δεύτερη. Γι αυτό, σε ένα διαιρεμένο κόσμο, υπάρχει ειδική ανάγκη για τη Συνειδητοποίηση της Ενότητας, σε όλα τα επίπεδα. Αυτή είναι η συγκεκριμένη εργασία της Σχολής. Ευλογίες και Αγαθές Ευχές σε σας.

               

                                                                                                                

                        Σρι Σιαντανάντα Σαρασουατί

 

Βασικά το Απόλυτο, ως ο Δημιουργός, θεωρείται ότι κάνει το καθετί. Αλλά όταν Εκείνος δημιούργησε τον Άνθρωπο, 

του εμφύτευσε κάτι το ξεχωριστό, για να τον βοηθήσει να εγερθεί σε σοφία και να κάνει τα πράγματα ως γινόμενα 

σύμφωνα με τη δική Του Βούληση. Είναι γι αυτό αναγκαίο να χρησιμοποιεί ο άνθρωπος τη νοημοσύνη του για να 

οραματίζεται την Αληθινή Βούληση του Απολύτου και να δρα ανάλογα, σε πλήρη συνορισμό με το Οικουμενικό, 

υπερβαίνοντας όλους τους περιορισμούς.

Στοχασμός 17

Του John Donne

 

Κανένας άνθρωπος δεν είναι νησί,

Ακέραιος και αυτάρκης μοναχός του.

Κάθε άνθρωπος είναι ένα κομμάτι της ηπείρου,

Ένα μέρος της ενδοχώρας.

Αν η θάλασσα ξεπλύνει ένα σβώλο χώμα,

Τότε η Ευρώπη γίνεται μικρότερη.

Όπως κι αν ξεπλύνει ένα Ακρωτήρι

Ή ένα σπίτι φίλων σου ή δικό σου.

Ο θάνατος κάθε ανθρώπου λιγοστεύει εμένα τον ίδιο,

Γιατί είμαι ένα με την ανθρωπότητα,

Κι έτσι ποτέ μην ρωτάς για ποιον χτυπά η καμπάνα

Χτυπά για σένα.

                                                                                                                                       ()

  

Ιστορίες...

 

Οι δυο μοναχοί

 

Ο Tanzan και ο Ekido ταξίδευαν κάποτε μαζί σ΄ ένα λασπωμένο δρόμο.  Έπεφτε πολλή βροχή.  Σε μια στροφή συνάντησαν ένα πανέμορφο κορίτσι με μεταξωτό κιμονό και ζώνη, που δεν μπορούσε να διασταυρώσει το δρόμο. Έλα κορίτσι μου΄ είπε ο Tanzan αμέσως.   Σηκώνοντας την στα χέρια του, τη μετέφερε πέρα από τη λάσπη.Ο Εkido δεν ξαναμίλησε μέχρι τη νύχτα που έφθασαν σ΄ ένα μοναστήρι.  Τότε δεν μπορούσε πια να συγκρατηθεί.  «Εμείς οι μοναχοί δεν πλησιάζουμε τα θηλυκά», είπε στον Tanzan, «ιδιαίτερα τις νέες και ωραίες.  Είναι επικίνδυνο.  Γιατί το έκανες αυτό;» «Εγώ άφησα το κορίτσι εκεί»,  είπε ο Tanzan. «Έσύ το κουβαλάς ακόμα.                                                                                                                

                                                                                                                                          (Zen Flesh, Zen Bones, no.14)

 

 

Ο καθηγητής του Πανεπιστημίου 

 

Ο Ναν-ιν, ένας Γιαπωνέζος δάσκαλος στην περίοδο Μεϊτζί (1868-1912), δέχθηκε ένα καθηγητή πανεπιστημίου που ήλθε να ρωτήσει για το Ζεν. Ο Ναν-ιν πρόσφερε τσάι. Γέμισε το φλιτζάνι του επισκέπτη του και μετά συνέχισε να χύνει τσάι. Ο καθηγητής παρατηρούσε το ξεχείλισμα μέχρι που δεν μπορούσε πια να κρατηθεί. ‘Έχει ξεχειλίσει. Δεν χωρά άλλο!’ ‘Σαν και αυτό το φλιτζάνι’ είπε ο Ναν-ιν ‘είσαι γεμάτος με τις δικές σου γνώμες και εικασίες. Πώς μπορώ να σου δείξω το Ζεν αν δεν αδειάσεις πρώτα το φλιτζάνι σου;’                                                                                                             

                                                                                                                                                          (ZenFlesh, ZenBones)

Το προβατολιόνταρο

 

Υπήρχε ένα λιονταράκι που τυχαία περιπλανήθηκε σε ένα κοπάδι με πρόβατα και το πήραν οι βοσκοί. Μεγάλωσε με τα πρόβατα και απέκτησε τους τρόπους τους, παρόλο που η μορφή του ήταν διαφορετική. Έτρωγε χορτάρι και βέλαζε όπως τα πρόβατα. Μια μέρα, ενώ έβοσκαν τα πρόβατα, πέρασε τυχαία ένα λιοντάρι και βλέποντας τα πρόβατα βρυχήθηκε. Τα πρόβατα έτρεξαν μακριά, αλλά το λιονταράκι στάθηκε και έχοντας δει τη γνωστή μορφή, πλησίασε το λιοντάρι με αγάπη. Το λιοντάρι το πήρε υπό την προστασία του και ξανά το προβατολιόνταρο έγινε αληθινό λιοντάρι.’

 Ο κύκνος και το κοράκι 

 

Υπήρχε ένα σμήνος κορακιών. Το ένα από αυτά ήταν δυνατό, έξυπνο και όμορφο, έτσι το έκαναν αρχηγό τους. Αυτός ο βασιλιάς των κορακιών αισθανόταν περήφανος για τα κατορθώματά του και υποτιμούσε τα άλλα δημιουργήματα. 

 

Μια μέρα εμφανίστηκε ένας νεαρός κύκνος. Τα κοράκια μαζεύτηκαν γύρω του και τον ρώτησαν αν γνώριζε για τους μεγάλους άθλους του βασιλιά τους. Αυτός παραδέχθηκε την άγνοιά του και ζήτησε να δει το βασιλιά τους. Ο βασιλιάς των κορακιών εμφανίστηκε και ρώτησε τον κύκνο για τους διάφορους τύπους πετάγματος. Ο κύκνος, στην απλότητά του, είπε ότι γνώριζε μονάχα ένα τύπο. 

 

Ο βασιλιάς των κορακιών τότε ξεκίνησε μια επίδειξη των εκατό και ενός τρόπων πετάγματός του. Αφού εκτέλεσε τους ακροβατισμούς του, ζήτησε να δει την τέχνη του κύκνου. Ο νεαρός κύκνος απογειώθηκε με το γεμάτο χάρη, απαλό και φυσικό πέταγμά του και όπως συνήθιζε, αύξησε την ταχύτητά του μονάχα σταδιακά. Επειδή ο κόρακας ήταν μικρός και γοργός, πέταξε γρήγορα και αφού συνειδητοποίησε ότι ο κύκνος έμεινε πίσω, επέστρεψε για να τον χαροποιήσει. Ο κύκνος σταδιακά αύξησε την ταχύτητά του και πριν περάσει λίγη ώρα, ο κόρακας κουράστηκε και έτρεμε και τελικά έπεσε στη θάλασσα. Ο κύκνος κατέβηκε και έσωσε το κοράκι και το βοήθησε να επιστρέψει στο σμήνος του. Το κοράκι τότε ντράπηκε για την αλαζονεία του και ευχαρίστησε τον κύκνο για το μάθημα που πήρε απ' αυτόν, για την ταπεινότητα και τη μεγαλοψυχία του. 

 

Ο κύκνος ζούσε μια φυσική ζωή, ενώ το κοράκι ήταν απασχολημένο με περιαυτολογία, ακροβατισμούς, φλυαρία και κόμπαζε με εξυπνάδες. Η έσχατη ευτυχία πηγαίνει σε εκείνους που ζουν μια φυσική και απλή ζωή, σε αρμονία με τους νόμους και τη βούληση του Δημιουργού, παρά στους εξυπνάκηδες και τους αυθάδεις που σπαταλούν ενέργεια σε μηδαμινές ασχολίες και περνούν τη ζωή τους με μια απατηλή εικόνα για τον εαυτό τους μέσα σε μια ακόρεστη φλυαρία και ένα στενό επίπεδο λόγου και ζωής.

 

Ο κατασκευαστής βελών

 

Υπήρχε ένας σοφός που ονομαζόταν Dattatreya, ο οποίος στη διάρκεια των ταξιδιών του κάποτε βρέθηκε να στέκεται κοντά σ΄ ένα σιδηρουργείο.  Από εκεί πέρασε μια γαμήλια πομπή με πολλούς ανθρώπους φανταχτερά ντυμένους που έκαναν πολλή φασαρία.  Ο σιδηρουργός ασχολείτο με την κατασκευή ενός βέλους και δεν κοίταξε την πομπή.  Ο Dattatreya εκπλάγηκε και το ρώτησε για τη γαμήλια πομπή.  Ο κατασκευαστής βελών είπε ότι δεν είχε επίγνωση μιας τέτοιας πομπής και είπε ότι ακόνιζε και έφτιαχνε τη μύτη του βέλους.  Ήταν απορροφημένος και ενωμένος με το έργο του έτσι που ο εξωτερικός κόσμος έπαψε να υπάρχει γι΄ αυτόν εκείνη την ώρα.  Ολόκληρη η προσοχή του κατευθυνόταν στη μύτη του βέλους που έφτιαχνε.

 

Η αναγνώριση του Κυρίου

 

Υπήρχε κάποτε ένας άγιος, που ονομαζόταν Έκναθ, από τη νότια Ινδία ο οποίος ξεκίνησε να πάρει αγιασμένο νερό από το Γάγγη, από την πηγή του στα Ιμαλάια στα βόρεια της Ινδίας σ΄ ένα ναό στο Τέλος της Γης (Land’s End) στη νότια Ινδία, κάπου 2000 μίλια.  Στο δρόμο, κοντά σε μια πόλη, ένας νεκρός σκύλος κειτόταν στο δρόμο.  Του ζητήθηκε να τον αποφύγει εξαιτίας της κακοσμίας που απλωνόταν παντού.  Ήταν, όμως κοντά του και προχώρησε λέγοντας ΄Τα δόντια του σκύλου είναι πολύ άσπρα και λαμπερά΄.  Αγνόησε τη  μυρωδιά.  Μετά από λίγη ώρα είδε ένα γάιδαρο ξαπλωμένο στο δρόμο που σχεδόν πέθαινε από δίψα.  Σταμάτησε και έριξε όλο το άγιασμα  στο στόμα του γάιδαρου.  Πολύ γρήγορα ο γάιδαρος πετάχτηκε πάνω γεμάτος ενέργεια.  Αφού χρησιμοποίησε όλο το νερό, ο Άγιος Έκναθ απλά προσευχήθηκε στον Κύριο στον οποίο έπαιρνε το νερό λέγοντας,  ΄Μου ζήτησες να σου φέρω αγιασμένο νερό από το Κανγκότρι για να το ρίξω πάνω σου αλλά ευτυχώς, μόλις με συνάντησες στο δρόμο, έτσι με χαρά εκτέλεσα το καθήκον μου.΄  Η φωνή του Κυρίου ήρθε για να τιμήσει την πράξη.